Sisterhood

I miss my Tribe ❤︎

“It takes a village to raise a child”

African Proverb

Κάθε μέρα η ζωή μου έχει (όπως και η δική σου φαντάζομαι) μια ρουτίνα, μια ροή. Σηκώνομαι γύρω στις 6.30, για να περάσω τις επόμενες δυο ώρες (και βάλε) στη κουζίνα, την οποία μέσα στη μέρα θα ξαναεπισκεφθώ αρκετές φορές για να ετοιμάσω μεσημεριανό, και βραδυνό, ενώ ενδιάμεσα θα φροντίσω και θα ετοιμάσω εμένα, θα κάνω τα ραντεβού μου, θα διαβάσω, και θα γράψω (καλή ώρα) για τη δουλειά,  θα κάνω ενίοτε και λίγη γιογκίτσα (επιτέλους άρχισα πάλι), θα μαζέψω και λίγο το σπίτι και θα συνεισφέρω και στη φροντίδα του νεοαφιχθέντος κούταβου. Με τη βοήθεια του hubby πάντα (και όχι μόνο). Να τα λέμε και αυτά…

Στο μεταξύ τα παιδιά θα επιστρέψουν από το σχολείο, θα παίξουν, θα ασχοληθούν ο κάθε ένας με τα δικά του και θα αρχίσουν να ετοιμάζονται για τη βραδυνή ρουτίνα (μπάνιο, φαγητό, παραμύθια, ύπνο) καθώς εγώ θα αναρρωτιέμαι πως πέρασε και αυτή η μέρα τόσο γρήγορα…προσπαθώντας να συγκρατήσω τα βλέφαρα μου για να συνεχίσω λίγο ακόμη τη δουλειά, ή να περάσω λίγες νυσταγμένες στιγμές με τον καλό μου.

Και είναι τόσες οι φορές που αυτή η φευγαλέα σκέψη ακολουθείται από μια άλλη…Μια καθόλου φευγαλέα και αρκετά μελαγχολική..

Είναι εδώ και αρκετό καιρό καθημερινό μου βίωμα το να νιώθω ευγνωμοσύνη για όσα μου έχει δώσει τόσο απλόχερα η ζωή. Για αυτά που μου δώθηκαν, αλλά και για αυτά που κατέκτησα. Πολύ συνειδητά και σκόπιμα. Ανάμεσα όμως σε αυτές τις σκέψεις ευγνωμοσύνης και συνεπακόλουθης χαράς έρχεται και αυτή η μελαγχολία που συνοδεύει μια σκέψη που τριγυρίζει στο μυαλό μου κάθε σχεδόν που τελειώνει μια μέρα και εγώ έχω μείνει με το αίσθημα ότι ήταν άλλη μια «Μέρα της Μαρμότας»…

Αυτή η σκέψη φωνάζει:

Μου λείπει το χωριό μου!

Ναι, μου λείπει η φυλή μου…’Ενα ολόκληρο χωριό!

Και ας μην είχα ποτέ ένα.

Ακριβώς γιατί εγώ δεν είχα ποτέ ένα.

Ούτε η μαμά μου.

Ούτε καν η γιαγιάδες μου, μιας και συγκαταλέγομαι στις λίγες περιπτώσεις της γενιάς μου που μέχρι και οι γιαγιάδες μου μεγάλωσαν στη πόλη (στον Πειραιά, που βέβαια τον καιρό εκείνο δεν τον έλεγες και πόλη…).

Αλλά μιλώντας και με όσες συνομίλικες μου ήρθαν από ένα χωριό, ή βρίσκονται ακόμη σε αυτό, συνειδητοποιώ ότι ούτε και εκείνες είχαν ποτέ ένα..

Ένα χωριό στο οποίο οι μανάδες φροντίζουν σπίτι και παιδιά η μια δίπλα στην άλλη, σε μια φυσική όσο και πνευματική εγγύτητα, κακαρίζοντας και γελώντας υστερικά, μιλώντας ακατάπαυστα, νιώθοντας κουρασμένες στο σώμα, αλλά ολόφρεσκες στο πνεύμα! Μη φαντάζεστε απαραίτητα γυναίκες με τσεμπέρια και κανάτια στον ώμο. Αλλά αν σας ανακουφίζει κάντε το κι αυτό. Μιλάω για ένα χωριό στο τώρα, ένα χωριό του σήμερα.

Σε ένα τέτοιο χωριό θα γνωρίζαμε λέει η μια την άλλη τόσο καλά! Θα τη σπάγαμε και κάποιες από εμάς σε κάποιες άλλες από καιρού εις καιρόν, αλλά ποτέ δε θα κρατούσε για πολύ. Γιατί η αλήθεια είναι ότι πάντα χρειαζόμασταν η μια την άλλη. Πολύ περισσότερο από ότι νομίζουμε!

Τα παιδιά θα ξυπνούσαν πρωϊ-πρωϊ τα Σαββατοκύριακα, όπως όλα πάντα κάνουν αδιακρίτως, και δε θα μας φρίκαρε η ιδέα Κυριακάτικα ότι θα έπρεπε να ξυπνήσουμε κι εμείς μαζί τους για να τους ετοιμάσουμε πρωϊνό και να τα απασχολησουμε, ούτε θα βλέπαμε τη τηλεόραση σαν καταφύγιο για να ξεκλέψουμε κι εμείς λίγη ώρα χουζουρέματος. Θα ξυπνούσαν και – που νοιάξιμο για πρωϊνό – θα ξεχύνονταν στην ασφαλή γειτονιά, μικρότερα να επιβλέπονται από μεγαλύτερα. Θα έτρεχαν μέσα στις αλάνες, και τα πάρκα (ή και τα δάση, γιατί όχι) για μια ολόκληρη μέρα ατέλειωτου παιχνιδιού καθώς εμείς σιγά σιγά θα φτιάχναμε καφέ για να ξεκινήσουμε την ιερή μας εργασία της φροντίδας του σπιτιού με τα μικρούτσικα (μωρά και νηπιάκια) που ακόμη θα ήταν βυζανιάρικα.

Θα μαγείρευε η Μαρία και η Ισμήνη σήμερα λέει, για όλες μας, Κυριακάτικο του φούρνου και η Κατερίνα με τον Γιάννη που δεν θα είχαν ακόμη παιδιά, θα έριχναν ματιές στα πιτσιρίκια μη και έχει φάει τα μούτρα του κανένα. Η Χριστίνα θα είχε μόλις γεννήσει και θα την επισκέπτονταν η Άννα με τη Ματίνα που είχαν μεγάλα τα παιδιά τους πια, πολλή τη γνώση και λιγοστές τις έννοιες. Η σοφή η Ερατώ, που δίδασκε όλα τα γιατροσόφια και μάθαινε τις νεότερες στη τέχνη του μαγειρέματος θα ήταν στης Ιωάννας που περίμενε το πρώτο της και ήδη κοιλοπονούσε. Σε λίγο θα κατέφθαναν και η μεγάλη αδερφή της με τη ξαδέλφη της που είχαν από τρία παιδιά η κάθε μια, για να βοηθήσουν στη γέννα και στη φροντίδα του μετά. Και αν παρατράβαγε ο τοκετός θα φώναζαν την άλλη Άννα από το παραδιπλανό σπίτι με τη Ασπασία να τις σκαντζάρουν. Και μια φορά το μήνα, όταν σε όλες σχεδόν μαζί ερχόταν το αίμα μας θα μαζευόμασταν λέει σε κάποιο από τα σπιτικά μας, να πλέξουμε, να ζωγραφίσουμε, να κεντήσουμε, να τραγουδήσουμε και να ξεκουραστούμε. Γιατί αυτές οι μέρες θα επιτρέπονταν για ξεκούραση. Θα επιβάλλονταν η ξεκούραση! Μα θα ήταν και οι μόνες. Άλλοτε πάλι θα βάζαμε τους άντρες μας να καθίσουν με τα παιδιά κάποιο απόγευμα για να κάνουμε εμείς τον κύκλο μας στη φύση. Να κάνουμε άσκηση στο νου, το πνεύμα και το σώμα, μα πιο πολύ στη φροντίδα η μια της άλλης. Και θα είχαμε χρόνο και για τις δουλειές μας, τον βιοπορισμό μας. Χωρίς το άγχος που να αφήσουμε τα παιδιά, χωρίς να φυλακίζουμε τις παπππουδογιαγιάδες μας σε μια άκαιρη επανάληψη της ανατροφής των παιδιών τους. Που δεν την αξίζουν ούτε εκείνοι ούτε τα παιδιά μας. 

Σε όλα αυτά, τα μικρά μας θα τριγυρνούσαν μέσα και έξω από τα σπίτια, με τα μεγαλύτερα να τα προσέχουν και να τα φροντίζουν, υπό το άγρυπνο βλέμμα μιας ή δυο από εμάς. Οι άντρες θα γύριζαν από τις δουλειές τους, και θα απασχολούσαν και εκείνοι τα παιδιά τους, παίζοντας, τρέχοντας και γυρίζοντας μαζί τους τα δάση και τις παραλίες, ανάλογα την εποχή. Θα ήταν σχεδόν αδύνατον να ξεχωρίσει κανείς ποιά παιδιά άνηκαν σε ποιόν πατέρα, η μάνα. Οι γονείς εξάλλου, μανάδες και πατεράδες θα ανταποκρινόντουσαν σε κάθε κλάμα, σε κάθε παιδκή φωνή και ανησυχία, αδιακρίτως και απαλλαγμένοι από συγκρίσεις και επικρίσεις. Οι μάνες θα πρόσφεραν ακόμη και το στήθος τους για να παρηγορήσουν κάποιο «μικιόκωλο» αν η δική του μαμά ήταν πολύ μακριά εκείνη τη στιγμή για να το φροντίσει.

Όταν θα ερχόταν η ώρα του φαγητού θα ετοιμάζαμε τραπέζια μεγάλα και μακρουλά σαν λεωφόρους για να κάτσουν οι μικροί και όσοι μεγάλοι δεν ήταν απασχολημένοι σε κάποια εργασία. Τα παιδιά θα έτρωγαν με όρεξη και γέλια όπως κάνουν όταν βρίσκονται όλα μαζί παρέα. Θα μίλαγαν καθώς θα μασουλούσαν για τις περιπέτειες της ημέρας στο σχολείο και εμείς θα τους κάναμε να επαναστατούν καθώς θα τους ζητούσαμε να πάρουν τα μικρότερα για να τους μάθουν αυτό που κι εμείς θα κάναμε πράξη κάθε μέρα, πως να υπάρχουμε ο ένας για τον άλλο.

Και το βράδυ κάθε σπιτικό θα φώτιζε και θα ζέσταινε από τη δυνατή φλόγα του τζακιού. Και οι άντρες θα αντάμωναν με τις γυναίκες τους, καθώς τα παιδιά τους θα είχαν βουλιάξει εξαντλημένα, μα πλήρη από εμπειρίες και φύση, κάτω από κάποιο πάπλωμα. Σε κάποια σπίτια με βυζανιάρικα ακόμη μωρά η αγρυπνιά θα κρατούσε ολονυχτία. Αλλά οι μάνες στα σπίτια αυτά δεν θα απελπίζονταν γιατί θα ήξεραν καλά πως με το φως του ήλιου θα έρχονταν οι αδελφές τους, οι γυναίκες του χωριού τους να τις φροντίσουν με ζεστό φαϊ για εκείνες και τις φαμίλιες τους. Να τους μαζέψουν και να τους συγυρίσουν το σπίτι τους, καθώς εκείνες, λεχώνες και αφοσιωμένες στα μωρά τους θα τους εξιστορούσαν τις περιπέτειες από τα ξενύχτια τους και θα τους κέρνούσαν ένα φλυτζάνι μερακλίδικο καφέ ή μια κούπα άγρια μαζεμένα βότανα του βουνού με φρεσκοψημμένα, μυρωδάτα κουλουράκια…

Οι μέρες θα ήταν γεμάτες κουβεντολόι, καθώς θα εξασκούσαμε μια μοναδική τέχνη που σήμερα έχει εκλείψει. Αυτή της ακρόασης. Της ενεργητικής γεμάτης ενσυναίσθηση ακρόασης και εντελώς άδειας από απαντήσεις. Ούτε κουβέντα και ίχνος παθητικής επίκρισης…Μονάχα σε βαθιά απόγνωση οι σοφότερες θα πρόσφεραν φειδωλά μια αγνή, ήπια και ειλικρινή γνώμη. Και αυτή σπάνια, μιας και οι απαντήσεις θα βρίσκονταν πάντα ανάμέσα στις μοσχομυριστές κατσαρόλες και τις μυρωδάτες λαμαρίνες που θα ευώδιαζαν θρέψη και αγάπη. Γιατί σε αυτό το χωριό όλες οι περιουσίες θα ήταν τα ίδια του τα μέλη  και αυτές οι περιουσίες θα φροντίζονταν σαν κόρη οφθαλμού, από γυναίκες δυνατές που θα αγαπούσαν άντρες άξιους και θα γεννούσαν κορίτσια και αγόρια καλοαναθρεμμένα.

Θα υπήρχαν μέρες που τα γέλια θα ήταν τρανταχτά. Τόσο δυνατά και ποτέ αρκετά για να σταματήσουν. Και σαν μικρά παιδιά κι εμείς οι μανάδες και οι σύντροφοι και εραστές μας θα βρίσκαμε τη χαρά στη στιγμή και στα μικρά και χαζά της ζωής.

Θα υπήρχαν μέρες και νύχτες όμως που και τα κλάμματα θα ήταν δυνατά. Σπαραχτικά. Αλλά ποτέ μοναχικά.  Κάθε μια από εμάς θα πρόσφερε τον ώμο και την αγκαλιά της για να θρηνήσει η άλλη, για το αγέννητο παιδί που έφυγε πριν καλά έρθει, για τον άντρα που άλλαξε γνώμη, για τον πατέρα και τη μάνα που ήρθε και εκείνου η ώρα του. Η κάθε μια από εμάς θα μπάλωνε τη ραγισμένη καρδιά, θα σκούπιζε τα δάκρυα από τα μάγουλα, και το ίδιο θα μάθαινε να κάνει και στα παιδιά της, αν έκανε ποτέ. Αν κάποια από εμάς χανόταν στα σκοτάδια της, θα ταξιδεύαμε στα βάθη της καρδιάς της για να τραβήξουμε το ναυαγησμένο σώμα της πίσω στην ακτή.

Όταν κάποια από εμάς θα χρειαζόταν ξεκούραση από μια αρρώστεια ή κουραστική ημέρα στη δουλειά, ή από κάποιο παιδί που δεν θα μας είχε αφήσει όλη νύχτα καθώς θα ψηνόταν στον πυρετό, οι άλλες θα μπουκάραμε στο σπιτικό σου σα σίφουνες να φροντίσουμε τα άλλα σου παιδιά σαν να ‘ταν δικά μας, για όσο ήταν απαραίτητο. Χωρίς καν την ανάγκη να το ζητήσουμε. Και εσύ θα έπεφτες στο θεραπευτικό λήθαργο χωρίς δεύτερη σκέψη, με πλήρη εμπιστοσύνη ότι όταν ποτέ θα το χρειαζόταν κάποια άλλη, θα το προσέφερες και εσύ με την ίδια αγάπη που θα στο προσφέραμε και εμείς. Θα θέλαμε να σε φροντίσουμε γιατί θα ξέραμε πολύ καλά ότι είμαστε μόνο τόσο δυνατές όσο είναι η πιο αδύναμη από εμάς. Και θα σε αγαπούσαμε και θα μας αγαπούσες, όχι με τη σαλιάρικη αγάπη που διαβάζεις στις ευχετήριες κάρτες και στα μηνύματα στο κινητό. Όχι με την αγάπη που περιγράφουν τα emoji και τα image quotes, αλλά με μια αγάπη παρούσα, έμπρακτη γεμάτη αναγνώριση και πλήρη γνώση του τόπου που τα δικά σου μοναδικά χαρίσματα συμπληρώνουν το παζλ όλων μας!

Θα με ήξερες και θα σε ήξερα. Θα ήξερα τα παιδιά σου και θα ήξερες τα δικά μου. Σα δικά σου. Αληθινή, γνήσια, βαθιά γνώση, όχι ποιό είναι το αγαπημένο τους φαγητό και παιχνίδι, αλλά αυτή η βαθιά γνώση της ψυχής που φτερουγίζει πίσω από τα παιδικά μάτια που βγάζουν σπίθες! Θα εμπιστευόμουν την αγκαλιά σου όσο και τη δική μου για αυτά, και εκείνα θα σε σεβόντουσαν και θα υπάκουαν στα όρια σου.

Και καθώς τα παιδιά μας θα μεγάλωναν και το δέρμα μας θα ζάρωνε, θα συνεχίζαμε να δουλεύουμε για το σπίτι μας και για τον βιοπορισμό μας, αλλά θα μαζευόμασταν και όλες μαζί για να ψήσουμε το ψωμί της εβδομάδας, να πλέξουμε, να πιούμε τον καφέ και το τσάι μας, καθώς θα μοιραζόμασταν τις ιστορίες των εγγονιών μας. Και κάθε μια μας που πια ελεύθερη από την ανατροφή των παιδιών και την ανειλλημένη φροντίδα του σπιτικού της, θα έφευγε για ένα ταξίδι αναζήτησης της ψυχής της θα μας έφερνε κι άλλες ιστορίες και θα μοιραζόταν τη σοφία των άλλων κόσμων μαζί μας.

Μου λείπει το χωριό των μανάδων που ποτέ μου δεν είχα. Αυτό που ανταλλάξαμε με σπίτια που αν και έχουν ανέσεις είναι χιλιόμετρα μακριά το ένα από το άλλο. Ακόμη και αν δεν είναι στη πραγματικότητα…

Αυτό που ανταλλάξαμε με πόρτες ασφαλείας, αποστάσεις χιλιομέτρων, σχολικά λεωφορεία, αποστειρωμένα μόλ γεμάτα βιτρίνες, οθόνες, μπλιμπλίκια και παιχνίδια που σφυρίζουν και γυρίζουν για να απασχολούν τα παιδιά μας, όταν εμείς πια μόνες, κλεισμένες στους τέσσερις τοίχους δεν αντέχουμε άλλο να τα απασχολούμε αποκλειστικά με παιδαγωγικό υλικό σκορπισμένο πάνω στο ξύλινο παρκέ του νεόδμητου διαμερίσματος μας.

Το μόνο που μου δίνει ελπίδα καθώς κοιτάζω εσένα στην άλλη άκρη του πάρκου με το δικό σου παιδί να παίζετε μαζί στη γωνίτσα της αμμοδόχου, είναι το ότι μπορώ να διακρίνω από το όλο περιέργεια βλέμμα σου πάνω μου, ότι σου λείπει και εσένα αυτό το χωριό.

Ίσως να το έχουμε πάλι μια μέρα…αν όχι εμείς, ίσως τα παιδιά μας, ή τα εγγόνια μας…Ίσως και να μη ξαναγίνει ποτέ…

Για την ώρα σε προσκαλώ να ανακαλύψεις ή να δημιουργήσεις ένα κομμάτι αυτού του χωριού σε ένα ξύλινο παρκέ ενός νεόδμητου (ή και όχι) διαμερίσματος της πόλης ή του αποξενωμένου χωριού σου. Σε προσκαλώ να ανακαλύψεις ένα κύκλο γυναικών!

Σχεδόν μυρίζω τη μυρωδιά που αναδύεται από τα παράθυρα του, τα αιθέρια έλαια αναμεμειγμένα με φρεσκοφτιαγμένο καφέ και βοτανικά αφεψήματα και κάπου-κάπου την ευωδιά του καθαριστικού φασκόμηλου που καίει και εξαγνίζει τις καρδιές όλων των γυναικών-αδελφών! Σας φαντάζομαι καθισμένες ανακούρκουδα και οκλαδόν σε μαξιλάρια προσωρινά ακουμπισμένα στα παρκέ και στα πλακάκια των σαλονιών σας, με ή χωρίς τα παιδιά σας, ή και κάποια ηλιόλουστη μέρα στα πάρκα και τις πλατείες της γειτονιά σας, να  μοιράζεστε, να ακουμπάτε, να αγκαλιάζεστε και να εκπαιδεύεστε στο όλο αγάπη τέντωμα των αυτιών σας!

Ίσως βρείτε και εμένα μια μέρα σε έναν από αυτούς  ?

 

Ελίνα

 

Υ.Γ: Περισσότερα για τους κύκλους σε επόμενη ανάρτηση!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *